Τα τελευταία χρόνια ζήσαμε κάτι που μας σημάδεψε όλους. Όχι μόνο σαν κοινωνία, αλλά σαν γενιά. Lockdown, φόβος, απομόνωση, οθόνες, αριθμοί, κανόνες που άλλαζαν συνεχώς. Μας είπαν «είναι για το καλό σας» και μας ζήτησαν να εμπιστευτούμε χωρίς πολλές ερωτήσεις.
Όμως τώρα, όσο περνά ο καιρός και βγαίνουν περισσότερα στοιχεία, έγγραφα και πληροφορίες στο φως σε διεθνές επίπεδο, όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν το ίδιο πράγμα: κάτι δεν ειπώθηκε ολόκληρο. Όχι απαραίτητα γιατί υπήρχε μια σκοτεινή συνωμοσία, αλλά γιατί πολλά έγιναν βιαστικά, χωρίς διάλογο, χωρίς ξεκάθαρη επικοινωνία και κυρίως ΧΩΡΙΣ ΕΥΘΥΝΗ!
Όταν το να ρωτάς έγινε «πρόβλημα»
Θυμάσαι πόσο εύκολα μια ερώτηση μπορούσε να σε βάλει απέναντι; Αν δεν συμφωνούσες, ήσουν «αρνητής». Αν αμφισβητούσες, ήσουν «επικίνδυνος». Αν απλώς ήθελες να καταλάβεις, έπρεπε να σωπάσεις. Κάπως έτσι, η κουβέντα κόπηκε στη μέση.
Κι όμως, η αμφισβήτηση δεν είναι εχθρός. Είναι κομμάτι της κριτικής σκέψης. Και ειδικά για εμάς τους νέους, που μεγαλώσαμε με πρόσβαση στην πληροφορία, το να δεχόμαστε τα πάντα αμάσητα είναι το πιο επικίνδυνο.

«Έφυγε ξαφνικά» – και εμείς απλώς συνεχίζουμε;
Τον τελευταίο καιρό, αυτή η φράση ακούγεται όλο και πιο συχνά. Νέοι άνθρωποι. Χωρίς ιστορικό. Χωρίς προειδοποίηση. Και μαζί της έρχεται μια περίεργη κανονικότητα. Σαν να μάθαμε να το προσπερνάμε. Να λέμε «έτσι είναι η ζωή» και να σκρολάρουμε παρακάτω.
Αλλά δεν είναι φυσιολογικό να το συνηθίζουμε. Δεν είναι φυσιολογικό να μη ρωτάμε. Και δεν είναι υπερβολή να θέλουμε απαντήσεις. Δεν σημαίνει ότι ξέρουμε τι φταίει. Σημαίνει ότι δεν θέλουμε να κάνουμε πως δεν συμβαίνει τίποτα.

Δεν θέλουμε φόβο. Θέλουμε καθαρές κουβέντες.
Η γενιά μας δεν αντέχει άλλα μισόλογα. Δεν αντέχει άλλο «εμπιστευτείτε μας» χωρίς εξηγήσεις. Αν έγιναν λάθη, να ειπωθούν. Αν κάποια πράγματα θα μπορούσαν να είχαν γίνει αλλιώς, να το παραδεχτούμε. Αυτό δεν αποδυναμώνει την κοινωνία. Τη δυναμώνει.
Γιατί η αλήθεια — όποια κι αν είναι — δεν φοβάται το φως. Και η μνήμη δεν είναι επικίνδυνη. Είναι απαραίτητη.
Το θέμα δεν είναι να κατηγορήσουμε. Είναι να μη ξεχάσουμε.
Δεν γράφουμε για να διχάσουμε. Γράφουμε για να μην κοιμηθούμε όρθιοι. Για να μην δεχτούμε ότι όσα ζήσαμε ήταν απλώς «μια δύσκολη περίοδος» και τέλος. Για να μη βρεθούμε ξανά στο ίδιο έργο, με διαφορετικό τίτλο.
Γιατί το πιο επικίνδυνο δεν είναι αυτό που περάσαμε.
Το πιο επικίνδυνο είναι να πούμε «δεν πειράζει» και να συνεχίσουμε σαν να μην έγινε τίποτα.